« »

Εκκλησία και φασισμός

Δημοσιεύθηκε : Τρίτη, 10 Μάιος 2016

 

ΧρύσανθοςΗ αντικομμουνιστική στάση τής εκκλησίας εκδηλώθηκε αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση. Κατά την εκκλησία, ο κομμουνισμός δεν είχε θέση στην Ελλάδα επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχε... προλεταριάτο (!). Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Παπαμιχαήλ , "η Ελλάς δεν είναι χώρα εργατική, δηλαδή κοιτίς και τροφός προλεταριάτου.

Πάντες σχεδόν οι Έλληνες αποτελούσι πληθυσμόν αστικόν, και αυτοί οι εργάται. Η ιδιοκτησία είναι η βάσις, ο σκοπός και το όνειρο του Έλληνος, ολίγοι δ’ είναι οι άνευ ιδιοκτήτου γης αγρόται ενταύθα".

 Δηλαδή, κατά την εκκλησία , όλοι οι έλληνες είναι μικροαστοί, των εργατών συμπεριλαμβανομένων. Αυτό το κάνει σαφές ο Παπαμιχαήλ, ταυτίζοντας την αυθεντική εργατική τάξη με τους κομμουνιστές:

 

"Η Ελληνική κοινωνία ολόκληρος αποτελείται εκ μικροαστών, η εν αυτή δ’ εργατική τάξις αποτελεί ασήμαντον μειονοψηφίαν, εις την οποίαν δεν είνε δυνατόν ν’ αναγνωρισθή ως δικαίωμα η αξίωσις να διευθετή αυτή αυθαιρέτως τον βίον της χώρας, μοναρχικά ιδιοποιουμένη δικαιώματα οχλοκρατικού αυταρχικού ρυθμού της ζωής των άλλων" .

Δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν οι ρίζες αυτής της αντικομμουνιστικής στάσης της εκκλησίας αλλά νομίζω πως πρέπει να αναζητηθούν σε δυο κατευθύνσεις.

 Πρώτον, στον εύλογο φόβο ανατροπής τής εκκλησιαστικής εξουσίας σε περιβάλλον προλεταριακής δικτατορίας. Και, δεύτερον, στις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις περί βυζαντινής κληρονομιάς. Η εκκλησία πίστευε ότι, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, είχε επιτελέσει εις το ακέραιον το έργο της ως "μητέρα" και "τροφός" των ορθοδόξων πληθυσμών και, επομένως, εδικαιούτο να θεωρείται "κληρονόμος" τού Βυζαντίου.

Κι αφού στο Βυζάντιο η εξουσία ανήκε στην εκκλησία και στο παλάτι, έτσι θα έπρεπε να παραμείνει.

Αυτή η ερμηνεία εξηγεί και την έκδηλα βασιλόφρονα στάση τής εκκλησίας.

 Μάλιστα δε, αφ' ης στιγμής οι μπολσεβίκοι κατέλυσαν τον τσαρισμό, οι έλληνες βασιλείς απέκτησαν ένα εξαιρετικό προνόμιο: ήσαν πλέον οι μόνοι ορθόδοξοι βασιλείς στον κόσμο.

 Ειδικά δε ο Κωνσταντίνος, που βασίλευε εκείνη την εποχή, θεωρήθηκε ο συνδετήριος κρίκος με το ένδοξο παρελθόν, μιας που είχε το όνομα και του πρώτου και του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα, σε σημείο που στα εκκλησιαστικά κείμενα να αναφέρεται ως Κωνσταντίνος ΙΒ', σαν να ήταν διάδοχος του Κωνσταντίνου ΙΑ' του Παλαιολόγου.

Παρ' όλα αυτά, κατά την κατοχή η εκκλησία δεν εκδήλωσε ανοιχτά τις αντικομμουνιστικές της θέσεις ενώ και κατά τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου απέφυγε να καταδικάσει ευθέως τον κομμουνισμό αν και πιέστηκε να το κάνει. Η ερμηνεία αυτού του εκ πρώτης όψεως παραδόξου φαινομένου εκτιμώ ότι πρέπει να αναζητηθεί στο ένστικτο αυτοσυντήρησης: πώς να καταδικάσει τον κομμουνισμό, με δεδομένο ότι ένα καθόλου αμελητέο πλήθος απλών παπάδων (αλλά και αρκετών δεσποτάδων) είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ ή πάντως το αντιμετώπιζαν με συμπάθεια;

Ο κίνδυνος της ρήξης ήταν μεγάλος. Ως πρώτη επίσημη αντικομμουνιστική εκδήλωση από πλευράς εκκλησίας μετά το 1940, θεωρείται η δήλωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στις 26/2/1945 στην Θεσσαλονίκη ότι περί της"παρασυρθείσης εις καινοφανείς οργανώσεις ελληνικής νεολαίας θα ληφθή πρόνοια ελληνοπρεπούς διαπαιδαγωγήσεως επί τη βάσει των αρχών ακραιφνούς χριστιανικής αγωγής".

Όσο η χώρα βάδιζε προς τον εμφύλιο, τόσο πιο έντονες γίνονταν οι πιέσεις προς την εκκλησία να καταδικάσει τον κομμουνισμό. Ο Δαμασκηνός φοβάται το ρήγμα και αποφεύγει τις ξεκάθαρες τοποθετήσεις. Σε εγκύκλιό του, το 1946, τονίζει ότι "η Εκκλησία, ενώ παραμένει αυστηρώς μακράν πάσης αναμίξεως εις πολιτικάς διαμάχας, εν τούτοις αποδοκιμάζει κάθε βίαιον μέτρον, κάθε επαναστατικήν ενέργειαν προς αναστήλωσιν μιας μορφής διοικήσεως, η οποία θα εμπνέεται μόνον από οικονομικάς θεωρίας".

Τα πράγματα αλλάζουν στις 3 Μαΐου 1947, όταν εκδίδεται η εγκύκλιος

"Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της ανταρσίας", όπου η εκκλησία χαρακτηρίζει τον εμφύλιο ως "ανταρσία" και ως"ωργανωμένη, προμελετημένη απόπειρα". Ναι μεν η εκκλησία δεν αναμιγνύεται στις πολιτικές διαμάχες αλλά δεν μπορεί να μένει ουδέτερη όταν "μία μερίς στασιάζη κατ’ αυτού τούτου του Έθνους".

Πάντως, ως καλή μητέρα, "θα παράσχη όλην την ηθικήν αυτής προστασίαν εις τα ειλικρινώς μετανοούντα και με νομοταγή διάθεσιν επιστρέφοντα εις την αγκάλην της Πατρίδος πνευματικά αυτής τέκνα".

Δαμασκηνός2Το 1948, ο πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσσιών Αλέξιος Α' στέλνει επιστολή στον Δαμασκηνό, διαμαρτυρόμενος για το ότι η ελληνική εκκλησία δεν καταδικάζει τις εκτελέσεις και τις διώξεις αντιφρονούντων αλλ' αντιθέτως μεροληπτεί υπέρ μιας πλευράς κατά την διάρκεια ενός εμφυλίου.

Ο Δαμασκηνός απαντά σε οργίλο ύφος, αρνούμενος ότι στην Ελλάδα διεξάγεται εμφύλιος. Η απάντησή του δημοσιεύεται στο περιοδικό "Εκκλησία", σε άρθρο με τίτλο "Καταπληκτική εκ Μοσχοβίας επέμβασις και η προσήκουσα απάντησις".

 Εκεί ο Δαμασκηνός σημειώνει ότι η έκρρυθμη κατάσταση "επέτρεψε να δημιουργηθή εις μερικούς απληροφορήτους έξω της Ελλάδος η εντύπωσις ότι διεξάγεται ενταύθα εμφύλιος πόλεμος εκ των συνήθων, καθ’ ους επί ίσοις όροις συντελείται αμοιβαία εξόντωσις.

Τούτο είναι ανακριβές. Εάν η επιδρομή κατά χωρικών αόπλων και φιλησύχων, ασχολουμένων εις τα ειρηνικά των έργα, δύναται να ονομασθή εμφύλιος πόλεμος,

τότε μόνον έχομεν και εις την Ελλάδα πόλεμον εμφύλιον".

Θα έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του '60 για να αρχίσει δειλά-δειλά να τρυπώνει στα κείμενα της εκκλησίας η λέξη εμφύλιος (ακόμη και στην "Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια" λήμμα εμφύλιος δεν υπάρχει!).

 Δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η "εθνοσωτήριος επανάστασις" των συνταγματαρχών και ο εμφύλιος ξανάγινε συμμοριτοπόλεμος.

Κατά την διάρκεια του εμφυλίου, η εκκλησία βλέπει τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις ως την νομιμότητα που αγωνίζεται κατά της ανομίας τού Δημοκρατικού Στρατού.

 Μάλιστα δε, δεν διστάζει να ντύσει αυτή την νομιμότητα με θρησκευτικό μανδύα.

 Στις ευχετήριες επιστολές που απευθύνει επανειλημμένα προς τους στρατιώτες, ο Δαμασκηνός είναι σαφής: "ως άλλος νέος Ιωσήφ, με τον Χριστόν και την Ελλάδα εις τα στήθη σας, οδηγείσθε από τον Θεόν δια να σώσετε την θρησκείαν και την πατρίδα μας από την αγριότητα και την κακουργίαν του νέου αντιχρίστου Ηρώδου".

Και, βεβαίως, με την δύναμη του θεού, η νίκη τους είναι κάτι παραπάνω από σίγουρη, διότι έτσι θα οδηγήσουν "την χριστιανικήν μας πατρίδα, όπως άλλοτε ο Ιωσήφ τον Χριστόν και την Μητέρα Του, εις την Ναζαρέτ της ειρήνης".

Όσο κυλάει ο εμφύλιος, τόσο η αντικομμουνιστική θέση της εκκλησίας γίνεται σαφέστερη.

Σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές εγκυκλίους, η ημέρα της τελικής νίκης του έθνους θα είναι "ημέρα της ειρήνης και της εθνικής ευτυχίας", που θα μας οδηγήσει σε μια εποχή "προκοπής και δικαιοσύνης" κατά την οποία "θα διορθωθούν τα λανθασμένα, θα αμειφθούν οι άξιοι και θα συγχωρηθούν όσοι, παραπλανηθέντες, απέκοψαν εαυτούς του σώματος της Εκκλησίας και του Έθνους, εάν ειλικρινώς μετανοήσουν και επιστρέψουν εις τον Χριστόν και εις την Ελλάδα".

Είναι πλέον σαφές ότι για την εκκλησία υπάρχει αιτιώδης συνάφεια των ιδιοτήτων "χριστιανός" και "έλληνας", ιδιότητες εξ ολοκλήρου ασύμβατες προς την ιδιότητα "κομμουνιστής".

Το πιο μελανό σημείο σ' αυτή την εκκλησιαστική θέση είναι ότι εκείνη την εποχή τέθηκε και το θέμα του συλλήβδην αφορισμού των κομμουνιστών!

 Κι επειδή, όπως είπαμε, η Εκκλησία της Ελλάδος είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πάμπολλων απλών παπάδων που κάθε άλλο παρά τήρησαν εχθρική στάση προς το ΕΑΜ, κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά η Εκκλησία της... Κύπρου!

Το 1946, ο μητροπολίτης Πάφου και τοποτηρητής τής αρχιεπισκοπής Κύπρου (μιας και τότε, ελέω άγγλων, δεν υπήρχε άλλος μητροπολίτης στο νησί) Λεόντιος Λεοντίου υπέβαλε επίσημο ερώτημα στον ειδικό επί του Κανονικού Δικαίου καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο "άν επιτρέπηται εις την Εκκλησίαν Κύπρου, όπως αφορίση το Κομμουνιστικόν Κόμμα, ή προβή εις καταδίκην τού Κομμουνισμού δια κανονικής αποφάσεως, εξαπολύουσα και σχετικήν Εγκύκλιον" .

Προς τιμή του, ο Αλιβιζάτος απάντησε αρνητικά: "αφορισμός αορίστως και κατ’ αγνώστων είναι αδύνατον να επιβληθή, άρα επιβολή της ποινής του αφορισμού γενικώς και αορίστως κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν χωρεί" ενώ "ουδέ και καθ’ ωρισμένων τυχόν αυτού οπαδών αορίστως και ομαδικώς δύναται να επιβληθή η ποινή του αφορισμού".

Αν, όμως, το ζήτημα του αφορισμού έκλεισε εν τη γενέσει του, η εκκλησία συνέχισε να κάνει ό,τι μπορούσε προκειμένου να συνασπίσει τους "υγιώς σκεπτόμενους" έλληνες κατά των κομμουνιστών.

 Προεξάρχουσα θέση σ' αυτή την "εθνική προσπάθεια" έχουν τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης, τα διαβόητα Τ.Ε.Α., τα οποία αντικατέστησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, προς το χειρότερο και το αγριώτερο. Το 1964, σε ομιλία του προς τους άνδρες των ΤΕΑ Φιλιατών, ο επίσκοπος Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου Τίτος Ματθαιάκης δεν διστάζει να αποκαλέσει τους ΤΕΑτζήδες σχεδόν ιεραπόστολους:

 "Δεν ομοιάζετε προς άλλους οπλίτας. Σεις είσθε πρωτοπόροι. Σεις διακρίνεσθε, διότι διαμένετε ως ιεραπόστολοι του έθνους μας, εις αυτά τα ακριτικά χωρία της επαρχίας Φιλιατών, που ευρίσκεται μέσα εις την προκάλυψιν. Και η Εκκλησία, η Μητρόπολίς μας, στα πρόσωπά σας ατενίζει διαρκώς τους συμπαραστάτας, τους υπερμάχους αγωνιστάς των ιδεωδών του Σωτήρος ημών Χριστού".

Κατά την διάρκεια του εμφυλίου αλλά και αργότερα, πέρασαν από το κολαστήριο της Μακρονήσου ως "διαφωτισταί" πολλοί αρχιμανδρίτες, οι οποίοι αργότερα εξαργύρωσαν την εθνικοφροσύνη τους με κάποιον επισκοπικό θρόνο. Ήδη έχουμε αναφερθεί στον Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο Λενή αλλά μπορούμε πλάι του να προσθέσουμε μερικούς ακόμη, όπως τον Πατρών (πρώην Ζιχνών και Νευροκοπίου) Νικόδημο Βαλληνδρά, τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Αγαθόνικο Φιλιππότη, τον Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανό Κορνάρο (στενό φίλο τού επί χούντας διοικητή της ΚΥΠ Δημήτρη Ρουφογάλη), τον Λευκάδος και Ιθάκης Νικηφόρο Δεδούση κλπ.

Την ίδια εξέλιξη είχαν και άλλοι αρχιμανδρίτες, οι οποίοι υπηρέτησαν την εθνικοφροσύνη σε άλλα "ευαγή ιδρύματα", όπως π.χ. ο Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Τιμόθεος Ματθαιάκης, ο οποίος είχε αναλάβει να "αναμορφώσει" τα "συμμοριτόπαιδα" στο κολαστήριο της Λέρου.

Υπολογίζεται ότι 18 τέτοιοι "εθνικόφρονες" αρχιμανδρίτες ανταμείφθηκαν με επισκοπικό θρόνο για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν.

Ιωακείμ

 

Από την εποχή της κατοχής, κυρίως δε μετά τον εμφύλιο, απομακρύνθηκαν -είτε με το καλό είτε με το άγριο- από τις μητροπόλεις τους όσοι επίσκοποι τόλμησαν να συμπαθήσουν το ΕΑΜ, όπως ο Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης, ο Ηλείας Αντώνιος Πολίτης, ο Χίου, Ψαρών και Οινουσσών Ιωακείμ Στρουμπής, ο Χαλκίδος Γρηγόριος Πλειαθός και ο Μηθύμνης Διονύσιος Μηνάς.

 

  Αντίθετα, όσοι τήρησαν είτε ανοιχτά γερμανόφιλη είτε απλώς "εθνικόφρονα" στάση, δεν αντιμετώπισαν κανένα απολύτως πρόβλημα. Παραδείγματα πάμπολλα: ο Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας καί Μήλου Φιλάρετος Ιωαννίδης, ο Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, ο Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας Ισίδωρος Αηδονόπουλος, ο Μυτιλήνης Ιάκωβος Νικολάου-Γκιγκίλας, ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιερόθεος Παρασκευόπουλος (αξέχαστη η ευχή του "να είναι πάντα νικηφόρα τα γερμανικά στρατεύματα" ενώ ο Θέμος Κορνάρος τον κατήγγειλε ως βασανιστή ζώων), ο Σιδηροκάστρου Βασίλειος Μαγκριώτης, ο Φθιώτιδος Αμβρόσιος Νικολαΐδης, ο Σερρών και Νιγρίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης, ο Παροναξίας και Θήρας Χερουβείμ Άννινος, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων Βλάχος (μάρτυρας υπεράσπισης του Τσολάκογλου) και άλλοι ων ουκ έστι αριθμός, αρκετοί των οποίων κατηγορήθηκαν μεν ως δωσίλογοι αλλά αθωώθηκαν…….

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να προσθέσουμε περισσότερα για να τεκμηριώσουμε τις βαθειά αντικομμουνιστικές και σαφώς φιλοφασιστικές θέσεις τής εκκλησίας.

                                                                                                       Αποσμάσματα από  Cogito ergo sum