Βαστίλες

Αναρτήθηκε από τον/την Ηλίας Μπέζας

Συνηθίσαμε τόσο τούτα τα λουριά πάνω μας
που βήμα να κάνουμε δίχως αυτά δεν μπορούμε.

Πώς να ψιθυρίσεις ένα λόγο αληθινό μέσα από φίμωτρο;
Πώς να ξεφύγεις απ’ τη σκιά σου με τόσες πέτρες δεμένες πάνω σου;

Είλωτες μιας ζωής αλλότριας γινήκαμε
Σέρνοντας το βιός μας με κοφτές ανάσες
φοβούμενοι μη μας στερήσουν τη φυλακή μας.
Και πώς αναπνέει κανείς έξω από ένα κελί;

Κόβουμε το κορμί μας κομμάτι-κομμάτι,
να μην προεξέχει τίποτα από τα κάδρα,
να χωράει ο τρόμος στους τοίχους που στολίζουμε,
– απόδειξη της μισής ζωής που επιτρέπεται να ξοδέψουμε,
Όσο ακριβώς κοστίζει μιαν αγχόνη!

Κόβουμε τις ματιές μας, μικρά μικρά κομμάτια,
σαν στίχους μοιρολογιού, σαν στάλες,
μη δούμε την αλήθεια ολόκληρη και ραγίσουμε.
Κόβουμε τους ήχους σε κούφιες νότες,
συλλαβές ατάκτως ερριμμένες,
μην ακουστούν οι κραυγές μας και ενοχληθούμε την ώρα που κοιμόμαστε,
την κάθε ώρα!

Κι όταν κάπου-κάπου,
όχι πολύ συχνά,
συναντούμε κάποιον άνθρωπο ολόκληρο, όρθιο, ακέραιο,
που τολμά – πώς τολμά; –
να αρθρώνει το όνομά του και να βαδίζει σαν
να ξέρει που πηγαίνει – πώς τολμά; –
στρέφουμε με αποστροφή το μισό μας βλέμμα,
τέτοιο απόκοσμο θέαμα μπορεί να μας συντρίψει!
Και δεν υπάρχει τρόμος πιο τρανός για τον γονατισμένο,
από τη γνώση ότι μπορεί, αν θέλει, να σταθεί!
Φοβούμενοι μην πέσουμε,
μάθαμε να σέρνουμε, γονατιστοί, την ύπαρξή μας,
σάρκες δίπλα σε σάρκες άλλων,
στοιβαγμένοι στις γωνιές, σαν σκόνη.

                       Μαριάννα Γιαννουράκου