« »

ΤΟ ΔΩΡΟ Τ’ ΑΗ ΒΑΣΙΛΗ

Δημοσιεύθηκε : Κυριακή, 31 Δεκέμβριος 2017 Αναρτήθηκε από τον/την Δημήτριος Φασούλας

Μεγάλη φούρια είχε σήμερα την παραμονή της πρωτοχρονιάς ο Αη Βασίλης. Είχε φορτώσει με δώρα το αμαξάκι του· θάφερνε φέτος στα Αετόπουλα χίλια δυο ωραία παιχνίδια. Καβαλίκεψε και χτύπησε δυνατά τ’ άλογα για να φτάσουνε όσο μπορούσανε πιο γρήγορα. Πέρναγε ανάμεσα από μεγάλα σύγνεφα.

Σε λίγο άρχισε να βλέπει την Ελλάδα μας, τα ψηλά της χιονισμένα βουνά και σιγά σιγά κατέβαινε από τον ουρανό στη γη. Νάσου κείνη την ώρα και τον περικυκλώνουνε δέκα γερμανικά αεροπλάνα. Μουγκρίζουν άγρια τα φτερά τους που θα χτυπούσανε το αμάξι του Αη Βασίλη και θα μένανε και φέτος τα Αετόπουλα χωρίς δώρα. Τον ζυγώνουνε και του ρίχνουνε με το πολυβόλο, μα το αμαξάκι χώθηκε μέσα σ’ ένα σύγνεφο αμέσως και δε φαινότανε. Έτσι τα αεροπλάνα δε βλέπανε τίποτα, βαρεθήκανε να ψάχνουνε και φύγανε.

Τότε βγήκε απ’ το σύγνεφο ο Αη Βασίλης και κατέβηκε στα βουνά της πατρίδας μας. Ήταν μεσάνυχτα, φύσαγε βοριάς και τ’ ανέμιζε τα πυκνά άσπρα του γένια.

― Αλτ! του φωνάζουνε ξαφνικά. Εκείνος στέκεται και λέει:

― Ποιος είναι;

― Ο Ζέρβας και οι Γερμανοί!

Ο Αη Βασίλης σφίγγει τα δόντια από θυμό. Τους ρίχνει με την καραμπίνα του και το σκάει. Τον παίρνουνε στο κυνήγι. Μπαμ, μπουμ οι σφαίρες γυρίζανε κοντά του και καθώς ανέβαινε μια κορφή γίνεται το μεγάλο δυστύχημα. Μια κανονιά πετυχαίνει το καρότσι του και το κάνει κομμάτια. Τα άλογα σκοτωθήκανε. Ο ίδιος κύλησε χάμω μα δεν έπαθε τίποτα.

― Αχ σκυλιά, μουρμούρισε. Γιόμισε γρήγορα τον ντρουβά του μ’ ό,τι παιχνίδια είχε κι άρχισε να τρέχει.

Τώρα κόντευε να ξημερώσει. Πάει, δεν προλάβαινε να δώσει τα παιχνίδια στα Αετόπουλα, γιατί όταν θάβγαινε ο ήλιος, του καινούργιου χρόνου, έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι του. Θα γύριζε άπρακτος και κατακουρασμένος…

― Γεια σου μπάρμπα, τον ξαφνιάζει μια γλυκιά φωνή.

Γεμίζει την καραμπίνα του να ρίξει.

― Ε, μη βιάζεσαι, αποκρίνεται η ίδια φωνή, εμείς είμαστε! Και από κάτι πουρνάρια πρόβαλε ο καπετάν Άρης με τα παλικάρια του. Τον ζύγωσε, χαιρετιστήκανε κι ο Αη Βασίλης διηγήθηκε γρήγορα την περιπέτειά του.

― Έννοια σου μπάρμπα, του είπε ο Άρης τότε, κι αυτά τα παιχνίδια που σου μείνανε δώστα σε μένα να τα μοιράσω στα λεβεντόπαιδα τ’ Αετόπουλά μας. Και του χρόνου σου υπόσχομαι νάχει ξεκαθαρίσει ο δρόμος απ’ τους Γερμανούς και τους προδότες και νάρθεις μ’ όλα σου τα δώρα στην πατρίδα μας. Ώρα καλή!

Ο Αη Βασίλης χαμογέλασε, έσφιξε το χέρι στα παλικάρια και χάθηκε βιαστικά.

KATIOYSA