Ο Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming, 6 Αυγούστου 1881 – 11 Μαρτίου 1955) ήταν Σκωτσέζος βιολόγος και φαρμακολόγος, που ασχολήθηκε ερευνητικά με τη βακτηριολογία, την ανοσολογία και τη χημειοθεραπεία. Είναι πολύ γνωστός για την ανακάλυψη του πρώτου αντιβιοτικού, της πενικιλίνης, το 1928, για την οποία και πήρε το Βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής το 1945 μαζί με τους Φλόρεϋ και Τσέιν. Μια άλλη σημαντική ανακάλυψή του είναι αυτή του ενζύμου λυσοζύμης, το 1922.
Σε ηλικία 16 ετών, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και γράφτηκε στο Βασιλικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο. Παράλληλα, βρήκε μια δουλειά γραφείου σε μια ναυτιλιακή εταιρεία για τα προς το ζην. Φαίνεται ότι οι σπουδές του στα τεχνικά επαγγέλματα δεν τόν έλκυαν και έτσι με την προτροπή του μεγάλου αδελφού του, που ήταν ήδη γιατρός, αποφάσισε να στραφεί στην ιατρική. Το 1903, έγινε δεκτός στην Ιατρική Σχολή του Νοσοκομείου «Σεντ Μέρι» (που αργότερα εντάχθηκε στο Αυτοκρατορικό Κολέγιο του Λονδίνου), από το οποίο αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Παρέμεινε στο «Σεντ Μέρι» και τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του διακεκριμένου μικροβιολόγου Άλμροθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.
Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Αλεξάντερ Φλέμιγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βρετανικού Στρατού. Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.
Μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, επέστρεψε στο νοσοκομείο «Σεντ Μέρι» και συνέχισε την ιατρική του έρευνα. Το 1922 προσδιόρισε το ένζυμο λυσοζύμη, το οποίο απαντά σε ορισμένους ζωικούς ιστούς και εκκρίσεις, όπως είναι τα δάκρυα και το σάλιο, και ανακάλυψε τις ανασταλτικές του ιδιότητες στην δράση των βακτηρίων, ανακάλυψε δηλαδή ότι εκδήλωνε αντιβιοτική δραστηριότητα.
Το 1928 και συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο προτού καταστρέψει έναν δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων σταφυλόκοκκου, παρατήρησε ότι είχε αναπτυχθεί ένα είδος μπλε μούχλας, που φάνηκε να είναι σε θέση να σκοτώσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης, όπως ονόμασε την δραστική ουσία.
Δυστυχώς, η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας. Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οπότε αμερικανικές και βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων.
Το 1945, ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Φυσιολογίας – Ιατρικής για την ανακάλυψη της πενικιλίνης. Σε μια από τις δηλώσεις του είπε σεμνά και ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα».