Του Βασίλη Τότου
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Καμιά πενηνταριά χρόνια πίσω και βάλε. Τότε που οι οικογένειες μαζεύονταν νωρίς στο σπίτι. Οι μεγάλοι από τα χαράματα στις δουλειές. Χωράφια, θέρος, τρύγος, αντράλα μεγάλη. Πρωί, βράδυ στα ζωντανά. Τα μικρά παιδιά παιχνίδι όλη μέρα. Μετά το σκολειό, τα πιο μεγάλα, με το στανιό κάναν και κάνα χουσμέτι.
Τότε που οι γιαγιάδες βάζαν σε ένα μαντήλι ψωμί με λίγο τυρί, το τύλιγαν στο μαντήλι και το χτύπαγαν και γίνονταν μπαλάκι. Τουτουμπάμπιλι το λέγαν και το δίναν κολατσιό για το σκολειό. Εμείς κάναμαν πως τρώγαμαν λίγο απ’ αυτό και μετά, που δεν μας έβλεπαν, αγαλλιάζαν οι τσιάμπες και τα κοτσύφια ψωμοτύρι.
Μία τέτοια άγια μέρα, λίγο πριν ο ήλιος πάει για ύπνο πίσω από τον Κασιδιάρη, βάφοντας τα κάτω Ραβένια με ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα, που το κοίταγες από την πλατεία και ανατσίριαζες. Εκείνη την ώρα που ο μπάρμπα-Κατσάνος σφάλιζε τα πράσινα παντζούρια από το περίπτερο και ο παπά-Νεοκλής απέναντι στο δρόμο, δίπλα από το μαγαζί του Νίκο Τόρη, με βήμα ταχύ πήγαινε για το σπίτι, αφού πρώτα είχε γεμίσει τις τσέπες και την κοιλιά με κουραμπιέδες και μελομακάρονα, που είχε πάρει από τα σπίτια για ευκές.
-Να πας να μάσεις τα πρόβατα φώναξε η ντάντο (γιαγιά).
Λίγα γαλάρια γεννημένα, μόλις τα είχε αρμέξει ο πατέρας, βόσκαγαν στο παλιό γήπεδο. Εκεί που τώρα έχει αφήσει ο Κώτσιο Τζαβέλας το κόκκινο φορτηγάκι του, που με αυτό γύρναγε όλα τα χωριά στο Πωγώνι, για να μάσει εμπορεύματα για το μαγαζί.
-Να τα πας στο γρέκι (στάβλος) το βράδυ, ακούς;
Η γιαγιά μόλις είχε βγάλει από τον φούρνο της μασίνας μια μπατσαριά και απάνω στα μάτια έβραζε καλαμπόκι. Σαν δεν έβλεπε καλά της είχε αρπάξει λίγο στο πλάι και είχε γίνει σκρούμπο.
-Λάι λέλε τσιπιτσέμ (Βλάχικα).
Πάλι η Βία θα την φάει την πίτα, μουρμούραγε η ντάντο, και χτύπαγε τα τσαούλια και μαζί τη μασέλα από τα νεύρα της.
Δεν είχα και πολύ όρεξη, είχα ξυπνήσει πολύ πρωί για να πούμε τα κάλαντα, κι όλη τη μέρα παίζαμε στην πλατεία στούκες και κρυφτό. Φάγαμε και ένα κυνηγητό από τον μπάρμπα Κατσάνο στην πλατεία, γιατί του σουφρώσαμε κάτι καραμέλες από έξω από το περίπτερο και εγώ από την τρομάρα μου είχα φτάσει μέχρι το Λυκοσκούφι.
Σαν είδε η ντάντο ότι εγώ δεν σκονώμουν, πήγε να πιάσει το σκοπ. Γερό, από κρανιά. Δώρο από την πεθερά της, αφού πρώτα το δοκίμασε στα παΐδια της νύφης.
Έκοψα και εγώ πέρα για το παλιό γήπεδο, αρπάζω και ένα σακάκι του πατέρα που μύριζε πρατσιάλου από τα κριάρια, το ρίχνω στην πλάτη και βγαίνω πάνω στο δρόμο. Από το Πάπιγκο ερχόταν κάτι ντροπαλές νιφάδες που χορεύανε στον ουρανό, σαν μικρά κορίτσια που πάνε πρώτη μέρα στο σχολείο και ένας βοριάς που σε περόνιαζε μες στα κόκκαλα και είχε κάνει τους μπακακέους στη Γράμμοστη να αγκαλιαστούν και να τσοπάσουν. Έπιακα τον κατήφορο προς το κόνισμα της Νίνας του Κάπη, αυτό που είχε φτιάξει η Σία του Τρόκα με τον άντρα της τον Μιχάλη Μπουκουβίνα το ‘64 για να έχει υγεία και καλή τύχη στην Γερμανία. Και αυτόν τον καημένο μετά από μία εβδομάδα που πήγε εκεί τον πάτησε το τρένο και τον σκότωσε. Λίγο πιο πάνω στο σημερινό σπίτι της Ελένης του Πουρίκη ήταν ένα χωράφι της Κατσάρως, προγιαγιά του Γιάννη Στεφάνου. Το είχε αγοράσει ο Κλής για ένα αρνί και ένα πκαρρ μαλλί. Απέναντι ακριβώς από την Κατσάρω είχε η Θοδώρα του Μπενέκου, η μάνα της Μαρίας, ένα χωράφι μικρό και πιο δίπλα είχε μία καλύβα, που υπάρχει ακόμα και σήμερα, η Ουρανία του Θάνου. Ήτανε η θεια του Κώτσιο Θάνου. Αφού έφτασα κοντά στη στάση από τον μπάντζιο κοίταξα αριστερά την καλύβα του Σακελάριου και περπάτησα γρήγορα για να αποφύγω αριστερά την καλύβα της θείτσα Μπήλος, γιατί φοβόμουν τον μπάρμπα- Σίλο που κάποια βράδια, μαζί με τα γίδια κοιμόταν και αυτός εκεί. Είχε μια γίδα γκιόσα. Σιούτα (χωρίς κέρατα). Την φώναζε Πούσα (Χάιδω). Δεν καθόταν για αρμεγή. Το βράδυ όμως κοιμόταν οι δυο τους αγκαλιά. Όταν τσατίζονταν μαζί της φώναζε.
-Πούσα, στη μέκε πούσκλια (βλάχικη βρισιά).
Όταν σουρούπωνε δεν πήγαινε σπίτι. Φοβόταν τα μπένκα (φαντάσματα), που βγαίναν τα βράδια όταν είχε φεγγάρι, όπως μονολογούσε.
Τα πρόβατα βοσκούσαν και μόλις είχε ασπρίσει λίγο το χορτάρι από τις αδύναμες νιφάδες που πέφτανε χωρίς να ξέρουν πού παένουν. Σαν το περπάτημα της Πανωραίας, όταν γκιζέραγε στα σοκάκια και στο νυφοπάζαρο του χωριού για γαμπρό. Τα κουδούνια τους χτυπούσαν σαν ρεντζόλια. Παλιακά, σκουριασμένα κυπριά. Σαν αυτά που έπαιρνε (μπέχο) μαζί με τα δέρματα ο μπάρμπα Νίκος (Νίκο Τόρης), στην καλύβα που είχε στο Λυκοσκούφι.
Έκανα και εγώ προς τον όχθο ανάμεσα από την καλύβα του Κοντοπάνου και το χωράφι του. Αργότερα το αγόρασε ο Νάσιω Γκόνης και έφκιακε εκεί το σπίτι του. Αφού ξάπλωσα απάνω στο σακάκι και κοίταγα απέναντι στο μεσοχώρι οι καμινάδες και τα τζάκια μπουμπούνιζαν. Πέρα απ’ το σπίτι του Σπύρου Γιοβάνη έβγαινε τρανός καπνός. Ποιος ξέρει τι θα είχε βάλει ο Βάσιος στο τζάκι για ψήσιμο, παραμονή Χριστουγέννων. Ξάφνου σαν να άνοιξε μία μεγάλη κουρτίνα-αυλαία- από τον ουρανό και ξεχύθηκε σε όλο το χωριό μια ωραία μουσική χριστουγεννιάτικη. Από τις καμινάδες βγαίναν κάτι ξανθά αγγελούδια μικρά σαν Γερμανάκια, λες και βγαίναν χαρούμενα από κάποιο kinda gart (παιδικο σταθμό). Ξανθά με ροδοκόκκινα μάγουλα και στρογγυλά προσωπάκια. Με άσπρα κόκκινα αστραφτερά και πεντακάθαρα ρούχα. Μέσα από τις καμινάδες, εκεί κάτω από τους Τζιαβελαίους, πέρα στα Ζηντράτικα και σε όλες τις καμινάδες από το μεσοχώρι, χορεύαν τόσο όμορφα και μαζί με τις παπλαμούδες από το χιόνι που δυνάμωνε και έπεφτε τρανό, άκουγα έναν ήχο που κάνουν τα χαμομήλια την άνοιξη όταν φιλιούνται μεταξύ τους. Κάναν μικρά ακροβατικά ψηλά στον ουρανό, γύρω από τις καμινάδες και κατέβαιναν μέχρι τις αμυγδαλιές των Τζιαβελαίων χορεύοντας ξένα ταγκό. Όλο κασκαρίκια αλλά και χάρη. Σε λίγο φτάσαν πάνω από μένα. Μπορούσα να τα αγγίξω, μπορούσα να τους πιάσω το χέρι, να τα μυρίσω, να τους παρακαλέσω να με πάρουν και εμένα να χορέψω, αν και εγώ ήμουν σκιαζάρης και φοβόμουνα το ύψος.
Ξάφνου από το σπίτι της Ανέτας του Τσιργαλή, απέναντι, βγαίνει από το ψηλό παράθυρο ένας παππούς με ένα έλκηθρο. Το οδηγούσαν κάτι άσπρα μεγάλα σκυλιά. Ένα από αυτά ήταν ο Βέλιος. Το γνώρισα. Ήταν το δικό μας σκυλί. Σκώνομαι γρήγορα πάνω και φωνάζω.
-Βέλιο κατά δώ.
Μόλις κατάλαβε ποιος ήμουν έστριψε και ήρθε ίσια πάνω μου .Με αυτό θα πάω βόλτα, είπα, να βρω και τα Γερμανάκια να χορέψω μαζί τους. Την ώρα που ετοιμάζομαι να ανέβω πάνω στο έλκηθρο, ακούω μία φωνή. -Βασίλη, Βασίλη. Πού είσαι ορέ ξοπαρμένο;
Με μιας τα αγγελάκια μπήκανε γρήγορα μέσα στις καμινάδες. Ο παππούς με το έλκηθρο χάθηκε αμέσως. Κοιτάω καλά τι να δω. Ήταν η αδερφή μου η Νίτσα που με έψαχνε, γιατί δεν είχα γυρίσει σπίτι.
-Έχεις να φας τιμτίκ (ξύλο), ορέ μπανταλέ απ τον πατέρα, μια ώρα σε ψάχνω.
Σηκώνομαι τινάζω το χιόνι από το σακάκι και φεύγω με την αδερφή μου μπροστά και πίσω εγώ σαν μεθυσμένος, με ένα στόμα ανοιχτό όλο χαρά .Τα πρόβατα είχαν γυρίσει μόνα τους στο γρεκι (στάβλος). Τώρα θα κοιμόνταν ματσιαλιώντας το φαΐ της μέρας και θα ονειρεύονταν ανοιξιάτικη χλωρασιά στη Γράμμοστη, που ήταν ξεν και άφαγωτη. Είχε νυχτώσει πίσσα τζατ γύρω. Σε όλο το δρόμο σκεφτόμουν τι μαγική μέρα πέρασα.
Μόλις μπήκα μέσα στην κουζίνα η τηλεόραση έπαιζε οικογένεια waltons. Η ντάντο ήταν μπροστά και τήραγε. Μάλλον θα έβλεπε το σεμέν που είχε πλέξει η ίδια και είχε φτάσει μέχρι τη μέση της τηλεόρασης. Έπασχε από καταρράχτη, αλλά σκιάζονταν τον γιατρό και δεν έβλεπε στο ένα μέτρο. Πήρα ένα κομμάτι από την πίτα και πήγα στο κρεβατάκι μου να κοιμηθώ. Εκείνο το βράδυ ήμουν σίγουρος ότι ήμουνα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Μία τέτοια άγια μέρα, λίγο πριν ο ήλιος πάει για ύπνο πίσω από τον Κασιδιάρη, βάφοντας τα κάτω Ραβένια με ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα, που το κοίταγες από την πλατεία και ανατσίριαζες. Εκείνη την ώρα που ο μπάρμπα-Κατσάνος σφάλιζε τα πράσινα παντζούρια από το περίπτερο και ο παπά-Νεοκλής απέναντι στο δρόμο, δίπλα από το μαγαζί του Νίκο Τόρη, με βήμα ταχύ πήγαινε για το σπίτι, αφού πρώτα είχε γεμίσει τις τσέπες και την κοιλιά με κουραμπιέδες και μελομακάρονα, που είχε πάρει από τα σπίτια για ευκές.
-Να πας να μάσεις τα πρόβατα φώναξε η ντάντο (γιαγιά).
Λίγα γαλάρια γεννημένα, μόλις τα είχε αρμέξει ο πατέρας, βόσκαγαν στο παλιό γήπεδο. Εκεί που τώρα έχει αφήσει ο Κώτσιο Τζαβέλας το κόκκινο φορτηγάκι του, που με αυτό γύρναγε όλα τα χωριά στο Πωγώνι, για να μάσει εμπορεύματα για το μαγαζί.
-Να τα πας στο γρέκι (στάβλος) το βράδυ, ακούς;
Η γιαγιά μόλις είχε βγάλει από τον φούρνο της μασίνας μια μπατσαριά και απάνω στα μάτια έβραζε καλαμπόκι. Σαν δεν έβλεπε καλά της είχε αρπάξει λίγο στο πλάι και είχε γίνει σκρούμπο.
-Λάι λέλε τσιπιτσέμ (Βλάχικα).
Πάλι η Βία θα την φάει την πίτα, μουρμούραγε η ντάντο, και χτύπαγε τα τσαούλια και μαζί τη μασέλα από τα νεύρα της.
Δεν είχα και πολύ όρεξη, είχα ξυπνήσει πολύ πρωί για να πούμε τα κάλαντα, κι όλη τη μέρα παίζαμε στην πλατεία στούκες και κρυφτό. Φάγαμε και ένα κυνηγητό από τον μπάρμπα Κατσάνο στην πλατεία, γιατί του σουφρώσαμε κάτι καραμέλες από έξω από το περίπτερο και εγώ από την τρομάρα μου είχα φτάσει μέχρι το Λυκοσκούφι.
Σαν είδε η ντάντο ότι εγώ δεν σκονώμουν, πήγε να πιάσει το σκοπ. Γερό, από κρανιά. Δώρο από την πεθερά της, αφού πρώτα το δοκίμασε στα παΐδια της νύφης.
Έκοψα και εγώ πέρα για το παλιό γήπεδο, αρπάζω και ένα σακάκι του πατέρα που μύριζε πρατσιάλου από τα κριάρια, το ρίχνω στην πλάτη και βγαίνω πάνω στο δρόμο. Από το Πάπιγκο ερχόταν κάτι ντροπαλές νιφάδες που χορεύανε στον ουρανό, σαν μικρά κορίτσια που πάνε πρώτη μέρα στο σχολείο και ένας βοριάς που σε περόνιαζε μες στα κόκκαλα και είχε κάνει τους μπακακέους στη Γράμμοστη να αγκαλιαστούν και να τσοπάσουν. Έπιακα τον κατήφορο προς το κόνισμα της Νίνας του Κάπη, αυτό που είχε φτιάξει η Σία του Τρόκα με τον άντρα της τον Μιχάλη Μπουκουβίνα το ‘64 για να έχει υγεία και καλή τύχη στην Γερμανία. Και αυτόν τον καημένο μετά από μία εβδομάδα που πήγε εκεί τον πάτησε το τρένο και τον σκότωσε. Λίγο πιο πάνω στο σημερινό σπίτι της Ελένης του Πουρίκη ήταν ένα χωράφι της Κατσάρως, προγιαγιά του Γιάννη Στεφάνου. Το είχε αγοράσει ο Κλής για ένα αρνί και ένα πκαρρ μαλλί. Απέναντι ακριβώς από την Κατσάρω είχε η Θοδώρα του Μπενέκου, η μάνα της Μαρίας, ένα χωράφι μικρό και πιο δίπλα είχε μία καλύβα, που υπάρχει ακόμα και σήμερα, η Ουρανία του Θάνου. Ήτανε η θεια του Κώτσιο Θάνου. Αφού έφτασα κοντά στη στάση από τον μπάντζιο κοίταξα αριστερά την καλύβα του Σακελάριου και περπάτησα γρήγορα για να αποφύγω αριστερά την καλύβα της θείτσα Μπήλος, γιατί φοβόμουν τον μπάρμπα- Σίλο που κάποια βράδια, μαζί με τα γίδια κοιμόταν και αυτός εκεί. Είχε μια γίδα γκιόσα. Σιούτα (χωρίς κέρατα). Την φώναζε Πούσα (Χάιδω). Δεν καθόταν για αρμεγή. Το βράδυ όμως κοιμόταν οι δυο τους αγκαλιά. Όταν τσατίζονταν μαζί της φώναζε.
-Πούσα, στη μέκε πούσκλια (βλάχικη βρισιά).
Όταν σουρούπωνε δεν πήγαινε σπίτι. Φοβόταν τα μπένκα (φαντάσματα), που βγαίναν τα βράδια όταν είχε φεγγάρι, όπως μονολογούσε.
Τα πρόβατα βοσκούσαν και μόλις είχε ασπρίσει λίγο το χορτάρι από τις αδύναμες νιφάδες που πέφτανε χωρίς να ξέρουν πού παένουν. Σαν το περπάτημα της Πανωραίας, όταν γκιζέραγε στα σοκάκια και στο νυφοπάζαρο του χωριού για γαμπρό. Τα κουδούνια τους χτυπούσαν σαν ρεντζόλια. Παλιακά, σκουριασμένα κυπριά. Σαν αυτά που έπαιρνε (μπέχο) μαζί με τα δέρματα ο μπάρμπα Νίκος (Νίκο Τόρης), στην καλύβα που είχε στο Λυκοσκούφι.
Έκανα και εγώ προς τον όχθο ανάμεσα από την καλύβα του Κοντοπάνου και το χωράφι του. Αργότερα το αγόρασε ο Νάσιω Γκόνης και έφκιακε εκεί το σπίτι του. Αφού ξάπλωσα απάνω στο σακάκι και κοίταγα απέναντι στο μεσοχώρι οι καμινάδες και τα τζάκια μπουμπούνιζαν. Πέρα απ’ το σπίτι του Σπύρου Γιοβάνη έβγαινε τρανός καπνός. Ποιος ξέρει τι θα είχε βάλει ο Βάσιος στο τζάκι για ψήσιμο, παραμονή Χριστουγέννων. Ξάφνου σαν να άνοιξε μία μεγάλη κουρτίνα-αυλαία- από τον ουρανό και ξεχύθηκε σε όλο το χωριό μια ωραία μουσική χριστουγεννιάτικη. Από τις καμινάδες βγαίναν κάτι ξανθά αγγελούδια μικρά σαν Γερμανάκια, λες και βγαίναν χαρούμενα από κάποιο kinda gart (παιδικο σταθμό). Ξανθά με ροδοκόκκινα μάγουλα και στρογγυλά προσωπάκια. Με άσπρα κόκκινα αστραφτερά και πεντακάθαρα ρούχα. Μέσα από τις καμινάδες, εκεί κάτω από τους Τζιαβελαίους, πέρα στα Ζηντράτικα και σε όλες τις καμινάδες από το μεσοχώρι, χορεύαν τόσο όμορφα και μαζί με τις παπλαμούδες από το χιόνι που δυνάμωνε και έπεφτε τρανό, άκουγα έναν ήχο που κάνουν τα χαμομήλια την άνοιξη όταν φιλιούνται μεταξύ τους. Κάναν μικρά ακροβατικά ψηλά στον ουρανό, γύρω από τις καμινάδες και κατέβαιναν μέχρι τις αμυγδαλιές των Τζιαβελαίων χορεύοντας ξένα ταγκό. Όλο κασκαρίκια αλλά και χάρη. Σε λίγο φτάσαν πάνω από μένα. Μπορούσα να τα αγγίξω, μπορούσα να τους πιάσω το χέρι, να τα μυρίσω, να τους παρακαλέσω να με πάρουν και εμένα να χορέψω, αν και εγώ ήμουν σκιαζάρης και φοβόμουνα το ύψος.
Ξάφνου από το σπίτι της Ανέτας του Τσιργαλή, απέναντι, βγαίνει από το ψηλό παράθυρο ένας παππούς με ένα έλκηθρο. Το οδηγούσαν κάτι άσπρα μεγάλα σκυλιά. Ένα από αυτά ήταν ο Βέλιος. Το γνώρισα. Ήταν το δικό μας σκυλί. Σκώνομαι γρήγορα πάνω και φωνάζω.
-Βέλιο κατά δώ.
Μόλις κατάλαβε ποιος ήμουν έστριψε και ήρθε ίσια πάνω μου .Με αυτό θα πάω βόλτα, είπα, να βρω και τα Γερμανάκια να χορέψω μαζί τους. Την ώρα που ετοιμάζομαι να ανέβω πάνω στο έλκηθρο, ακούω μία φωνή. -Βασίλη, Βασίλη. Πού είσαι ορέ ξοπαρμένο;
Με μιας τα αγγελάκια μπήκανε γρήγορα μέσα στις καμινάδες. Ο παππούς με το έλκηθρο χάθηκε αμέσως. Κοιτάω καλά τι να δω. Ήταν η αδερφή μου η Νίτσα που με έψαχνε, γιατί δεν είχα γυρίσει σπίτι.
-Έχεις να φας τιμτίκ (ξύλο), ορέ μπανταλέ απ τον πατέρα, μια ώρα σε ψάχνω.
Σηκώνομαι τινάζω το χιόνι από το σακάκι και φεύγω με την αδερφή μου μπροστά και πίσω εγώ σαν μεθυσμένος, με ένα στόμα ανοιχτό όλο χαρά .Τα πρόβατα είχαν γυρίσει μόνα τους στο γρεκι (στάβλος). Τώρα θα κοιμόνταν ματσιαλιώντας το φαΐ της μέρας και θα ονειρεύονταν ανοιξιάτικη χλωρασιά στη Γράμμοστη, που ήταν ξεν και άφαγωτη. Είχε νυχτώσει πίσσα τζατ γύρω. Σε όλο το δρόμο σκεφτόμουν τι μαγική μέρα πέρασα.
Μόλις μπήκα μέσα στην κουζίνα η τηλεόραση έπαιζε οικογένεια waltons. Η ντάντο ήταν μπροστά και τήραγε. Μάλλον θα έβλεπε το σεμέν που είχε πλέξει η ίδια και είχε φτάσει μέχρι τη μέση της τηλεόρασης. Έπασχε από καταρράχτη, αλλά σκιάζονταν τον γιατρό και δεν έβλεπε στο ένα μέτρο. Πήρα ένα κομμάτι από την πίτα και πήγα στο κρεβατάκι μου να κοιμηθώ. Εκείνο το βράδυ ήμουν σίγουρος ότι ήμουνα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Κάθε φορά όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα κοιτάζω ψηλά στις καμινάδες μήπως δω τίποτα ξανθά αγγελάκια να βγαίνουν και να χορεύουν, να τραγουδάνε, και πού ξέρεις άμα έρθουν πολύ κοντά δεν θα σκιαχτώ.
Θα τα πιάσω από το χέρι και θα χορέψω και εγώ μαζί τους θα ανέβω και εγώ στις καμινάδες. Θα πάρω ένα γουργούρι από αυτά που είχε ο πατέρας στα ζυγούρια και θα πάω ψηλά μέχρι το μεσοχώρι.
Και ακόμα πιο ψηλά!!!
Θα τα πιάσω από το χέρι και θα χορέψω και εγώ μαζί τους θα ανέβω και εγώ στις καμινάδες. Θα πάρω ένα γουργούρι από αυτά που είχε ο πατέρας στα ζυγούρια και θα πάω ψηλά μέχρι το μεσοχώρι.
Και ακόμα πιο ψηλά!!!
