« »

Το εκκλησιαστικό ιερατείο και η ιστορία του

Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 24 Σεπτέμβριος 2016

Η σύμφυση της Εκκλησίας, δηλαδή του ηγετικού της ιερατείου, με το πολιτικό κατεστημένο, μια σύμφυση που αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των απλών πιστών, των οποίων την αγνή πίστη καπηλεύεται το ιερατείο, είναι προσδιορισμένη από την πρώτη στιγμή της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας και του αυτοκέφαλου της ελληνικής Εκκλησίας.


                                                       *
Νεόφυτος ΜεταξάςΗδη, από τη γέννηση του ελληνικού κράτους, η επιτροπή που συστάθηκε με το βασιλικό διάταγμα στις 15/3/1833 και με αντικείμενο την «ανεξαρτησία» της Εκκλησίας, στην πρώτη της συνεδρίαση ψηφίζει απόφαση στην οποία αναφέρεται:
                                                       *
«Απεφασίσθη ομοψήφως ότι η Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος, πνευματικώς μεν μη γνωρίζουσα κανέναν αρχηγόν ή κεφαλήν της, παρά μόνο τον θεμελιωτήν της Εκκλησίας, τον Ιησούν Χριστόν, πολιτικώς δε έχουσα και γνωρίζουσα αρχηγόν της τον Βασιλέα της Ελλάδος (...)».
                                                       * 
Η ιστορία του ιερατείου είναι μακρά. Και μαζί βαριά η σκουριά του ψεύδους και της παραποίησης που καταπλακώνει την αλήθεια γύρω από το ρόλο του. Ρόλος σκοτεινός και αντιδραστικός, είτε την εποχή που έθετε στο πυρ το εξώτερον τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, είτε την εποχή που άνοιγε κερκόπορτες στο Σουλτάνο, είτε την εποχή που αποκήρυσσε την Επανάσταση του '21.
                                                         *
Οσο για τον 20ό αιώνα, είναι γεμάτος από παρεμβάσεις της Εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας.
Ετσι η Εκκλησία έχει το δικό της μερίδιο στο λεγόμενο «διχασμό» μεταξύ «βενιζελικών -Θεόκλητος Μηνόπουλος αντιβενιζελικών». Μάλιστα, το Δεκέμβρη του 1916, στη συγκέντρωση στο Πεδίον του Αρεως, είναι ο αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος που αναθεματίζει το Βενιζέλο.

Οι συγκεντρωμένοι, ακούγοντάς τον, παρακινούνται να ρίξουν το λίθο του αναθέματος, ακολουθώντας τον αρχιερέα να διακονεί:
«Κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την Βασιλείαν και την πατρίδα, ανάθεμα έστω».
                                                           *
Σε όλη τη διαδρομή της η ελληνορθόδοξη Εκκλησία επέλεξε πάντα διά των ηγετών της να ευλογεί τη μεριά της αντίδρασης. Ακόμη και μέσα στην ίδια την αστική τάξη, τασσόταν με την πιο αντιδραστική της μερίδα. Αν, λοιπόν, κράτησε την παραπάνω στάση απέναντι στο Βενιζέλο, είναι κατανοητή η στάση που τήρησε έναντι των προοδευτικών κινήσεων που είχαν αργότερα φορέα όχι την αστική, αλλά την εργατική τάξη.
                                                           *
Ωστόσο, το ελληνο-ορθόδοξο ιερατείο, με την αμέριστη συμβολή της κυρίαρχης τάξης και του κράτους, θέλει να παραποιεί την πραγματική ιστορία όσον αφορά στα πεπραγμένα του.
Η ηγεσία της Εκκλησίας, υποδυόμενη την «εκπροσωπούσα» το Γένος και ευαγγελιζόμενη τα ιδεολογήματα περί «κοινής πορείας» αρχαίου ελληνικού πνεύματος και Ορθοδοξίας, θέλει να αποκρύπτει ότι υπήρξε ο γνήσιος συνεχιστής της «κληρονομιάς» της Ιερής Εξέτασης απέναντι σε ό,τι προοδευτικό γέννησε ο χώρος του πνεύματος στην Ελλάδα και ότι, επίσης, συνταυτίστηκε πολιτικά με τις εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που καταδυνάστευσαν το λαό.
                                                           *
Ο ρόλος του επίσημου ιερατείου στην ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους είναι καταγεγραμμένος, ήδη, από την πρώτη στιγμή, που εκδηλώθηκε η προσπάθεια για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
                                                           *
Οι πλαστογράφοι προσπαθούν να «καθάρουν» την ηγεσία της Εκκλησίας από τα ανομήματά της. Αλλοτε, μέσω της αποσιώπησης. Αλλοτε, μέσω της διαστρέβλωσης. Και άλλοτε, χρησιμοποιώντας σαν «ασπίδα» εκείνους τους αγωνιστές - κληρικούς, των οποίων τους αγώνες οικειοποιούνται, ενώ στην πραγματικότητα τους υπονόμευσαν και τους συκοφάντησαν.
Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Παπαφλέσσα. Το επαναστατικό κήρυγμα του Δικαίου προκαλούσε τη ...δυσφορία του ιερατείου. Αδιάψευστος μάρτυρας τα λόγια του ίδιου του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο οποίος στα απομνημονεύματά του περιγράφει τον Παπαφλέσσα ως εξής:
«... άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους...».
                                                         *
Εντούτοις, η ιστορική αλήθεια είναι αμείλικτη: Το ιερατείο έφτασε στο σημείο να αφορίσει (!) μέχρι και την Επανάσταση του 1821... Ας πάρουμε μια γεύση από αυτό το αιώνιο για το ιερατείο άγος:
Γρηγόριος ΕΤο Μάρτη του 1821 το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου έχει ξεδιπλωθεί στη Μολδοβλαχία. Το ιερατείο, θέλοντας να διατηρήσει τα προνόμιά του και να ευχαριστήσει τον σουλτάνο, συσκέπτεται και υπό την καθοδήγηση του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ αποφασίζει     ότι:
                                               «... αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (...) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (...) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (...)».
                                                           *
Και οι εκπρόσωποι του ...Θεού φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:
                                                           *
«Διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής, υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και (...) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι και ενοριών, τοις προεστώσι και ευκατάσταταις των κωμοπόλεων και χωρίων και πάσι απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις, να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (...) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)».
                                                            *
Ο αφορισμός, εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου...
                                                            *
Οσο για τον Ρήγα Φεραίο, και το εξεγερτήριο μήνυμά του, δεν είχε καλύτερη τύχη. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα».
Οταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι ...άνθρωποι του Θεού και ...προστάτες του Γένους (!) αγαλλίασαν! Οπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (...)».
Από τους 7.000 περίπου κληρικούς της εποχής της Κατοχής, πάνω από τους μισούς πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Ενώ όμως οι απλοί κληρικοί, ως γνήσια παιδιά του λαού, έδιναν το πατριωτικό «παρών», το ιερατείο ήταν όχι απλώς «απόν», αλλά αποτελούσε και στήριγμα των κατακτητών και της εγχώριας αντίδρασης.
                                                           *
Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος της εποχής, ο Δαμασκηνός, διορίστηκε στη θέση του από την κατοχική «κυβέρνηση» του Τσολάκογλου. Στις επιστολές του προς την «κυβέρνηση» των προδοτών, ο Δαμασκηνός ευλογούσε τους «Κουίσλιγκ», δηλώνοντας ότι «αποβλέπομεν μετά βαθείας εκτιμήσεως προς την τολμηράν πρωτοβουλίαν την οποίαν αναλάβατε», ενώ χαρακτήριζε τη συνθηκολόγηση με τους κατακτητές σαν «μέτρον ανάγκης»...
                                                            *
Από την πλευρά τους, οι επικεφαλής του Αγίου Ορους έστειλαν μέχρι και επιστολή προς τον Χίτλερ, με την οποία καλούσαν την «Υμετέρα Εξοχότητα» (σ.σ: τον Χίτλερ) να «αναλάβη υπό την υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν» το Αγιο Ορος...
                                                             *
Οσο για Μητροπολίτες, όπως ο Φλωρίνης, ο Εδέσσης, ο Αιτωλοακαρνανίας, ο Φθιώτιδας, υποδέχονταν τα Ες-Ες με δοξολογίες υπέρ «του μεγάλου γερμανικού έθνους» και με κηρύγματα ότι «τάσσεται ο ελληνικός λαός παρά τω πλευρώ των δυνάμεων του Αξονος»...
                                                             *
Φυσικά, υπήρχαν και Μητροπολίτες που τίμησαν το σχήμα τους, όπως ο Κοζάνης Ιωακείμ ή ο Ηλείας Αντώνιος, που στάθηκαν δίπλα στο ΕΑΜ. Μόνο που αυτούς η Ιεραρχία τους κυνήγησε και τους καθαίρεσε...
                                                    ***
Για να επιστρέψουμε στον Δαμασκηνό

tsolak damask
                                                      *
(που είχε εκδιώξει από το θρόνο τον Χρύσανθο, ο οποίος με τη σειρά του ομολογούσε αργότερα ότι αυτός ήταν που καθοδηγούσε τον Γρίβα και τη φασιστική οργάνωση των Χιτών και αποκαλούσε τα Τάγματα Ασφαλείας σαν «τελευταία εφεδρεία» του Εθνους...)
                                                                        *
γνωστός είναι ο ρόλος του ως συνεργάτης των Αγγλων, αφού πρώτα είχε ορκίσει τις Αρχιεπ 2«κυβερνήσεις» των γερμανοτσολιάδων, των Λογοθετόπουλου και Ράλλη.
Οι Αγγλοι, μετά τη συνάντηση του Δαμασκηνού με τον Τσόρτσιλ στα «Δεκεμβριανά», τον όρισαν έως και αντιβασιλέα της χώρας.
                                                        *
Η εξαργύρωση της στάσης του Δαμασκηνού στο ματοκύλισμα του λαού από τους ιμπεριαλιστές, υπήρξε πλήρης.
Αλλά κι αυτός στάθηκε στο «ύψος» του. Υπό την ηγεσία του, το 1946, η έκτακτη σύνοδος της Ιεραρχίας εξέδωσε την ποιμαντορική εγκύκλιο για την καταδίκη της Αριστεράς.
Υπό την καθοδήγησή του, η Ιερά Σύνοδος της 30/5/47 τασσόταν παρά τω πλευρώ του μοναρχοφασιστικού εμφυλιοπολεμικού κράτους και «αφόριζε» σαν «εθνικώς εγκληματικόν κίνημα» (!) τον αγώνα των μαχητών του ΔΣΕ.
Αργότερα, το 1949, δήλωνε «υπερήφανος» για την «εθνικήν κολυμβήθραν» της Μακρονήσου... Εκεί, δε, στη Μακρόνησο, «μεγαλούργησε» σειρά από αρχιμανδρίτες.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, το ένα τρίτο περίπου των μελών της Ιεράς Συνόδου είχε προϋπηρεσία στο στρατό κατά την περίοδο του Εμφυλίου...
Ο Δαμασκηνός, επίσης, ήταν εκείνος που το '48 ευλογούσε τα εκτελεστικά αποσπάσματα των στρατοδικείων, αφού, όπως έλεγε, για τους δολοφονηθέντες δημοκράτες, επρόκειτο για «καταδικασθέντες εις θάνατον κατόπιν νομίμου και δημοσίας διαδικασίας»...

Σπυρίδων Βλάχος  1958 Ιερά Σύνοδος
                                                  ***
Φυσικά, δεν είναι μόνο το εν Ελλάδι ιερατείο που εκείνη την εποχή διακονούσε τη «μαυρίλα».
                                                     *
Το Φανάρι, για παράδειγμα, εξέδωσε το '49 δήλωση - προειδοποίηση αφορισμού των ομογενών που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες, ενώ το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας έσπευδε να αποστείλει το '49 συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Παπάγο «επ' ευκαιρία οριστικής συντριβής των εχθρών της Πατρίδος και της Ανθρωπότητος» (σ.σ: των κομμουνιστών)...
                                                      *
Και βέβαια δεν είναι μόνο το ιερατείο της Ορθοδοξίας.
Το 1948 η Καθολική Ιεραρχία της Ελλάδος «καταδίκασε απεριφράστως τον άθεον κομμουνισμόν», ενώ ήδη από το '44 ο Πάπας Πίος, συνεργάτης πολλών εγκληματιών ναζί, καταδικάζει τους κομμουνιστές, επειδή αρνούνται το «φυσικόν δικαίωμα της ιδιοκτησίας» και λίγο αργότερα απαγορεύει την ταφή των κομμουνιστών, εάν πριν το θάνατό τους δεν είχαν δώσει «δημοσία απόδειξη μετανοίας»...

Η ηγεσία της Εκκλησίας υπήρξε σταθερός βραχίονας επιβολής της αντιδραστικής πολιτικής του μετεμφυλιακού κράτους. Το επιστέγασμα της κοσμικής «μαυρίλας» που εκπροσωπούσε ήταν η στάση της κατά την περίοδο της χούντας.
                                                      *
ΑρχιεπΠαράλληλα με το επίσημο ιερατείο, καθοριστικός για την εμπέδωση του σκοταδιστικού κηρύγματος στη δημόσια ζωή ήταν ο ρόλος που έπαιξαν τα διάφορα παραθρησκευτικά σωματεία. Το κυριότερο από αυτά, η «Ζωή», ιδρύθηκε το 1907 και επιφανές της στέλεχος υπήρξε ο Ιερώνυμος, ο πρωθιερέας της Φρειδερίκης και κατοπινά ο εκλεκτός της χούντας των συνταγματαρχών στη θέση του Αρχιεπισκόπου.
              *
Το θεάρεστο έργο της «Ζωής», σε συνεργασία πάντα με τη Φρειδερίκη, ήταν να ηγηθεί στο «πνευματικό μέρος του αντικομμουνιστικού αγώνος». Για το σκοπό αυτό, το μοναρχοφασιστικό κράτος τής διαθέτει ένα πλατύ δίκτυο οργανώσεων και μηχανισμών. Σε αντάλλαγμα «των υπηρεσιών προς το έθνος» που προσφέρουν οι διάφορες χριστιανοφασιστικές οργανώσεις, το κράτος τούς παρέχει κάθε είδους διευκολύνσεις. Είναι ενδεικτικό: Εκείνη την εποχή μόνο τρεις οργανισμοί είχαν απαλλαγεί από το χαρτόσημο: Τα ανάκτορα, η πρεσβεία των ΗΠΑ και η «Ζωή»...
Ας σημειωθεί ότι η «Ζωή» είχε στις τάξεις της τις ΧΜΟ, τις «Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες», στους στρατώνες των οποίων οι πνευματικοί καθοδηγητές των στρατωνιζομένων τους εξόπλιζαν με στόχο τον «αγώνα της χριστιανικής Ελλάδας κατά του άθεου κομμουνισμού».
                                                       *
Ο ρόλος αυτών των σωματείων αντανακλάται περίφημα στην πολιτική διαδρομή των ατόμων που απάρτιζαν τα υψηλά τους κλιμάκια.
Το «βαρύ πυροβολικό» της «Ζωής» ήταν οι πανεπιστημιακοί Τσιριντάνης και Ράμμος, ο ψυχίατρος Ασπιώτης, ο οικονομολόγος Μερτικόπουλος, οι αρχιμανδρίτες Ξένος και Παρασκευόπουλος, και οι θεολόγοι Παυλίδης και Μουρατίδης.
Εχουμε και λέμε λοιπόν:
• Οι Τσιριντάνης και Μερτικόπουλος θα διοριστούν αργότερα μέλη υπηρεσιακών κυβερνήσεων, ενώ ο Τσιριντάνης, ειδικότερα, ήταν υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Δόβα, που έκανε τις εκλογές βίας και νοθείας, το '61.
• Οι Παρασκευόπουλος και Ξένος θα ενθρονιστούν μητροπολίτες από τον Αρχιεπίσκοπο της χούντας Ιερώνυμο. Ο Παρασκευόπουλος είναι αυτός που ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης «θα αφήσει εποχή», με την περίφημη προσφώνησή του στη Δέσποινα Παπαδοπούλου, τη γυναίκα του δικτάτορα, που την παρομοίαζε με την Παναγία. Ο Ξένος, δε, θα γίνει αργότερα μητροπολίτης Ενόπλων Δυνάμεων.
• Οσο για τον Μουρατίδη, υπήρξε ο «ιδεολογικός καθοδηγητής» των τριών Κύπριων μητροπολιτών, στην προσπάθειά τους να εκθρονίσουν τον Μακάριο το 1972.
                                                      *
Κάπως έτσι φτάσαμε στη χούντα, όταν δηλαδή «ο Αρχιεπίσκοπος ήταν τότε απορροφημένος στις μελέτες του», όπως δήλωσε για τον κ. Χριστόδουλο ο εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου (4/3/2001).
Εντούτοις, κάθε άλλο παρά «απασχολημένο» με το ...διάβασμα ήταν το ιερατείο την επταετία. Γνώριζε πολύ καλά και από πρώτο χέρι τη βαρβαρότητα της δικτατορίας. Το ομολογεί, άλλωστε, ο ίδιος ο Ιερώνυμος, ο αρχιεπίσκοπος της χούντας, ο οποίος στα απομνημονεύματά του κάνει λόγο για τις αναφορές που έφταναν στο γραφείο του για τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ - ΕΣΑ (αναφορές που προφανώς περνούσαν από τα χέρια τού τότε αρχιγραμματέα του και νυν αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου...).
                                                     *
Το τι έπραξε η ηγεσία της Εκκλησίας είναι γνωστό. Είναι χαμένος κόπος να αναζητήσει κανείς έστω και μια διαφοροποίηση από έστω και ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Εκκλησίας εκείνης της περιόδου απέναντι στους συνταγματάρχες του «Ελλάς - Ελλήνων - Χριστιανών»...
                                                    *
Οσο για τα χρόνια της μεταπολίτευσης, όποιος θέλει να διαπιστώσει το βαθμό της «αποχουντοποίησης» του ιερατείου, δεν έχει παρά να ανατρέξει στις φυλλάδες των αμετανόητων της χούντας, όπως ο «Ελεύθερος Κόσμος», και θα διαπιστώσει ποιοι αρθρογραφούσαν εκεί ακόμα και μετά από το 1974...

H ηγεσία της Εκκλησίας, υποδυόμενη την «εκπροσωπούσα» το Γένος, αναπαράγει και διαφυλάττει ως κόρην οφθαλμού το ιδεολόγημα περί «κοινής πορείας» μεταξύ αρχαίου ελληνικού πνεύματος και Ορθοδοξίας. Πρόκειται για χυδαία αντιστροφή της ιστορικής πραγματικότητας. Η μόνη σχέση μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και ιεραρχίας είναι ότι η δεύτερη υπήρξε απηνής διώκτης της πρώτης...
                                                    *
Για την ιεραρχία, ακόμα και το όνομα «Ελλην» αντιμετωπιζόταν σαν ύβρις και τούτο όχι μόνο στα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του χριστιανισμού, αλλά και πολύ αργότερα. Είναι ενδεικτικό ότι ο Γενάδιος, ο εκλεκτός Πατριάρχης του Μωάμεθ του Πορθητή, διακήρυττε μετά την άλωση της Πόλης το 1453 ότι «δε θα έλεγα ποτέ ότι είμαι Ελληνας, γιατί δε σκέφτομαι όπως άλλοτε σκέφτονταν οι Ελληνες».
                                                             *
Η στάση αυτή οφείλετο στο γεγονός ότι το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα, απέναντι στα θεοκρατικά κριτήρια ερμηνείας του κόσμου προτάσσει τη λογική και θέτει τις βάσεις της επιστήμης. Είναι η εποχή που η ελληνική σκέψη, διατυπωμένη από τον Πρωταγόρα, αντιμετωπίζει τους θεούς ως εξής: «Δεν έτυχε να τους δω (τους θεούς) για να ξέρω πώς είναι ή πώς δεν είναι...».
Το κήρυγμα, επομένως, του Αποστόλου Παύλου αντιμετωπίζεται από τους Ελληνες ως «μωρία», ενώ οι Πατέρες της Εκκλησίας - ενδεικτικό το έργο του Μεγάλου Αθανασίου «Λόγος κατά Ελλήνων» του 4ου μ.Χ. αιώνα - έχουν σταθερό μέτωπο κατά του αρχαιοελληνικού πνεύματος.
                                                             *
Η κυριαρχία του Χριστιανισμού ισοδυναμεί με μια μακρά περίοδο μέτρων εξόντωσης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Το έργο της καταστροφής που ξεκίνησε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνεχίστηκε επί Μεγάλου Θεοδοσίου, Ιουστινιανού κλπ. συνεπάγετο σφαγές μη χριστιανών, κατεδαφίσεις αρχαίων ναών, αγαλμάτων και έργων τέχνης, εμπρησμούς βιβλιοθηκών, από απαγόρευση των τελετουργιών της παλιάς θρησκείας μέχρι κατάργηση των Δελφών και των Ολυμπιακών Αγώνων, κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας, επιβολή θανατικής ποινής κατά των Ελλήνων - ειδωλολατρών.
Μέτρα που επικυρώθηκαν στη Ζ' Οικουμενική Σύνοδο (το 787) από τους «Αγιους Πατέρες», οι οποίοι και εξέδωσαν «ανάθεμα» (!) για «τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα...».
                                                   *
Το εκκλησιαστικό ιερατείο, πιστό στην «Προς Ρωμαίους» επιστολή του Παύλου να θεωρεί εχθρό του θεού όποιον εναντιώνεται στην εξουσία, πορεύτηκε ως κήρυκας του σκοταδισμού και της συντήρησης - και - στον τομέα της σκέψης.
Η νεότερη Ελλάδα γνωρίζει ότι το ιερατείο έθεσε στο στόχαστρο τους «μαλλιαρούς» - δημοτικιστές, τους οποίους η δικτατορία του Πάγκαλου, μετά από παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου το 1925, εκδιώκει σαν «επικίνδυνους». Ανάμεσά τους οι εκπαιδευτικοί Γληνός, Ιορδανίδης, Δελμούζος, Ρόζα Ιμβριώτη, Παπαμαύρος και Βάρναλης.
Νωρίτερα, το 1866, ο Ροΐδης είχε εισπράξει τον αφορισμό διά της εγκυκλίου 5688 της Ιεράς Συνόδου για την «Πάπισσα Ιωάννα», όπως και ο Λασκαράτος για τα «Μυστήρια της Κεφαλονιάς».
Τα κατοπινά χρόνια, στο στόχαστρο μπήκε ο Καζαντζάκης και τα έργα του «Καπετάν Μιχάλης» και «Ο τελευταίος Πειρασμός» που η Ιερά Σύνοδος ζητά από το Πατριαρχείο να τα αφορίσει. Δεν πάει, δε, πολύς καιρός που έξω από τη Σχολή Ευελπίδων, υπέρμαχοι του ιερατείου είχαν ανάψει φωτιές, καίγοντας βιβλία, ενώ μόλις πρόσφατα η Ιεραρχία συνηγόρησε υπέρ της δικαστικής δίωξης κατά των δημοτικών τραγουδιών της Αποκριάς...

                                                                                                  απο Ριζοσπάστη Μάρτης 2005